Print
Στα ΓΕΝΙΚΑ της στήλης ΠΡΟΒΑΤΑ τονίζουμε με έμφαση : 
«Σε αυτό ακριβώς το σημείο κύρια αποστολή  του κτηνίατρου και της ζωοτέχνη είναι : 
.να βοηθήσουν τον κάθε παραγωγό να ξεπεράσει την μιζέρια του τσοπάνη
 και να βάλει στόχους μεγάλους :
·Να επιδιώξει και να κατακτήσει κατά αρχή τα 300 κιλά γάλα από κάθε προβατίνα
και ταυτόχρονα να μειώσει το κόστος του παραγόμενου γάλακτος κάτω από 40 λεπτά το κιλό
.
--H αύξηση της γαλακτοπαραγωγής και η μείωση του κόστους διατροφής μπορεί να γίνει μόνο:
.Με την επισταμένη, όσο ποτέ άλλοτε, ζωοτεχνική και κτηνιατρική μέριμνα και διαχείριση σε όλες τις φάσεις του παραγωγικού κύκλου,
.Με την προγραμματισμένη –όχι με την αυτοσχεδιαζόμενη- γενετική βελτίωση των ζώων..
.Με την ριζική αλλαγή-ΑΝΑΤΡΟΠΗ στο βασικό σιτηρέσιο διατροφής αναθέτοντας
στις ζυμωμένες χονδροειδείς ζωοτροφές τον κυρίαρχο ρόλο.

Αυτή η ριζική αλλαγή-ΑΝΑΤΡΟΠΗ στη διατροφή των προβάτων συνίσταται από :  

•την αντικατάσταση σχεδόν όλων των δημητριακών καρπών του ολικού σιτηρεσίου  από «ενεργειακά» ενσιρώματα  καλαμποκιού, ζαχαρόπιτας,, βρώμης κλπ 

 •την αντικατάσταση των πρωτεϊνούχων χοντροειδών τροφών από ενσιρώματα μηδικής, λόλιου, βίκου, τεχνικών λειμώνων. 

•την αντικατάσταση των εισαγόμενων πρωτεϊνούχων καρπών ( σόγια, ηλιάλευρο, DDGS) εγχώρια παραγόμενους : κτηνοτροφικά κουκιά, κτηνοτροφικά μπιζέλια και  λούπινα που συναγωνίζονται την σόγια σε πρωτεΐνες)

•Το παραδοσιακό  (overfeeding) «υπερτάϊσμα» με δημητριακούς καρπούς μόνο δεινά επιφέρει διότι:  
α. πέραν των αφανών πεπτικών οξεώσεων, που έχουν ολέθριες συνέπειες στην υγεία και στις αποδόσεις, επιφέρει τα αντίθετα των επιδιωκόμενων αποτελέσματα :
.υπερβολικό κόστος
.υπερβολικό πάχος,
.δραματική μείωση της γαλακτοπαραγωγής μετά  την όγδοη εβδομάδα της γαλουχίας
Τούτη η αλλαγή προϋποθέτει ριζική αλλαγή στο τρόπο παρασκευής και χειρισμού του ολικού σιτηρεσίου και στον τρόπο ταΐσματος γεγονός που επιβάλλει ειδικό μηχανολογικό εξοπλισμό παρασκευής και αυτόματου ταΐσματος. 
 1. ΠΡΟΒΑΤΑ ΚΑΙ ΒΟΣΚΕΣ
 Η διατροφή αποτελεί το βασικότερο στοιχείο του κόστους εκμετάλλευσης κάθε προβατοτροφικής μονάδας, 
το οποίο αγγίζει και το 70% της όλης δαπάνης.
• Οι βοσκές,
• τα λιβάδια ,
• οι χορτοδοτικές και οι «λειμωνοδοτκές» εν γένει καλλιέργειες :
αποτελούν την βάση την διατροφής και πρέπει να αξιοποιούνται στο μεγαλύτερο δυνατόν βαθμό διότι πέρα της μεγάλης θρεπτικής και παραγωγικής τους συνεισφοράς αποτελούν το πιο οικονομικό κομμάτι της διατροφής.

Η δημιουργία ενός πραγματικού συστήματος βόσκησης,
εκτός από τους εποχιακούς βοσκότοπους των λιβαδιών της άγριας πανίδας περιλαμβάνει
• Χειμερινές καλλιέργειες δημητριακών καρπών( σίτου, κριθής βρώμης , βρίζας), μονοετούς λόλιου σε συνδυασμό με διάφορους λειμώνες .
• Καλοκαιρινές καλλιέργειες φεστούκας, σόργου, ψυχανθών κλπ

Η προσθήκη ψυχανθών και λοιπών χορτοδοτικών καλλιεργειών στο όλο σύστημα βόσκησης
ή παραγωγής σανών προφέρει:
• τροφές με περισσότερη ενέργεια και πρωτεΐνες
• τροφές με καλύτερη γευστικότητα.
• εμπλουτισμό του εδάφους με άζωτο λιπαίνοντας το .

Η πιο ενδεδειγμένη επιλογή συστήματος βόσκησης είναι εκείνη που λαμβάνει υπόψη
•τόσο την προσαρμοστικότητα και την ευδοκιμισημότητα των ειδών
που πρόκειται να καλλιεργηθούν στα εδάφη της κάθε περιοχής
•όσο και τις θρεπτικές ανάγκες των ζώων αλλά και
•τις επιδιώξεις ως και τις ζωοτεχνικές πρακτικές του κάθε παραγωγού.

Αποτελεί πλέον κοινό τόπο ότι οι χοντροειδείς των ψυχανθών και λειμώνων έχουν πολύ μεγαλύτερα ποσοστά ενέργειας, πρωτεϊνών, βιταμινών και ανόργανων αλάτων από τα άγρια χόρτα των λιβαδιών.
Ωστόσο ο παραγωγός πρέπει να έχει πάντοτε υπόψη του :
Ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός !
Και τούτο διότι ακόμα και ο ευωδιάζων και καταπράσινος σανός μηδικής πολλές φορές έχει θρεπτική αξία ελάχιστα καλύτερη από εκείνη του άχυρου. Μπορεί να φημίζεται η μηδική για τα υψηλά της ποσοστά σε πρωτεΐνες αλλά μέχρις εδώ ..διότι αυτά τα ποσοστά υπάρχουν εν αφθονία στα πρώτα στάδια την ηλικίας , στα νιάτα της μηδικής και των άλλων χορτοδοτικών και λειμονοπαραγωγικών καλλιεργειών .
Εάν τα φυτά αφεθούν να λουλουδιάσουν και να ψηλώσουν πάνω από 45 εκατοστά τότε χάνουν αν όχι όλους τουλάχιστο ένα μεγάλο μέρος τους θρεπτικούς θησαυρούς.
Δύο είναι οι παράγοντες που αποφασίζουν για την τύχη τους:
• Το στάδιο ωρίμανσης και
• το ύψος των φυτών
Πρόκειται για δύο παράγοντες που ΚΑΘΟΡΙΖΟΥΝ:
• την ποσότητα των περιεχομένων θρεπτικών ουσιών, οι οποίες βρίσκονται στα ύψη το βλαστικό στάδιο των φυτών, κατά την διάρκεια του μπουμπουκιού, πριν καν ανθίσουν
• την ποσότητα της ανά στρέμμα παραγόμενης βιομάζας , η οποία είναι σε αρνητική
συσχέτιση με τις θρεπτικές ουσίες και για αυτό επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό ποιότητα, την δυνατή ποσότητα της ξηράς ουσίας που μπορούν να φάνε τα ζώα αλλά και την θρεπτική κατάσταση και αποδόσεις των ζώων,,
Πέραν των ανωτέρω το ύψος των φυτών δεν επηρεάζει μόνο την περιεκτικότητα των σε θρεπτικά συστατικά αλλά αποτελεί καθοριστικό παράγοντα της συμπεριφοράς βόσκησης των μικρών μηρυκαστικών εν γένει διότι τα ζώα αυτά έχουν την τάση να βόσκουν την τροφή τους κατά στρώματα ξεκινώντας από την κορυφή του φυτού και κατεβαίνουν προς το έδαφος στο βαθμό που η τρυφερότητα και η χυμοί των φυτών ικανοποιούν τις γευστικές τους προτιμήσεις.

Βεβαίως η εφαρμογή ενός επιτυχημένου συστήματος βόσκησης απαιτεί την πλήρη γνώση των θρεπτικών αναγκών των γαλακτοπαραγωγικών προβάτων ,
οι οποίες:
• κορυφώνονται όταν η παραγωγή βρίσκεται στα ύψη
• αλλά και διαφέρουν ριζικά από παραγωγικό στάδιο σε στάδιο
• και από ράτσα σε ράτσα..
Πάντως σε αρκετές περιπτώσεις με λιτοδίαιτες φυλές μέσων αποδόσεων οι χοντροειδείς τροφές(βοσκές ή σανοί) καλύπτουν το μέγιστο μέρος των θρεπτικών αναγκών με την προϋπόθεση βεβαίως ότι βρίσκονται στο βλαστικό τους στάδιο ανάπτυξης και όχι στα «γηρατειά» τους. Αυτό βεβαίως προϋποθέτει προγραμματισμένες βοσκές για όλο τον χρόνο και κυκλικό ή εναλλακτικό σύστημα βόσκησης εις τρόπο ώστε ανά μικρά και τακτά διαστήματα τα ζώα βόσκουν σε εκείνα τα κομμάτια του λειμώνα ή του λιβαδιού που βρίσκονται στο καλύτερο βλαστικό τους στάδιο.

Τα ανωτέρω αποτελούν τα ιδεώδεις προϋποθέσεις για άλλους παραδείσους και όχι για τις ελληνικές συνθήκες . Στη χώρα μας οι χοντροειδείς και μόνο τροφές αδυνατούν να ανταποκριθούν σε μια τέτοια αποστολή .
Εδώ χοντροειδείς και συμπυκνωμένες τροφές(καρποί) βαδίζουν χέρι- χέρι εν γνώσει του γεγονότος ότι πολλές φορές γίνεται κατάχρηση των καρπών
2. ΟΙ ΒΟΣΚΕΣ ΔΕΝ ΕΠΑΡΚΟΥΝ ΓΙΑ ΤΑ ΠΡΟΒΑΤΑ …
ΑΝΑΓΚΑΙΑ Η ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΚΑΡΠΩΝ…

Άφθονες και καλής ποιότητας βοσκές και σανοί είναι επαρκείς για τα πρόβατα όταν βρίσκονται : .στην ξηρά περίοδο, .στα αρχικά στάδια της κυοφορίας ή .όταν παράγουν πολύ λίγο γάλα.
Όμως για τα πρόβατα των μεγάλων αποδόσεων είναι απαραίτητη
η χορήγηση ολικού σιτηρεσίου οποιαδήποτε και αν είναι η ποιότητα
και η ποσότητα των βοσκών: .στις τελευταίες σαράντα ημερών της κυοφορίας .κατά την περίοδο της υψηλής γαλακτοπαραγωγής.
Απαραίτητη λοιπόν η χορήγηση ολικού σιτηρεσίου .με φειδώ, σύνεση,μέτρο και μπούσουλα. προς αποφυγή σπατάλης και δυσπεπτικών προβλημάτων .αλλά και απλόχερα, όταν το επιβάλλουν οι πολύ μεγάλες ανάγκες σε πρωτεΐνες και ενέργεια.
Όμως τα πρόβατα, όπως και τα λοιπά μηρυκαστικά,
είναι από την φύση τους ταυτισμένα με τις βοσκές και τους σανούς
και όχι με τους καρπούς που είναι τόσο προσφιλείς στα μονογαστρικά..
Τους καρπούς ο άνθρωπος προσέφερε στα μηρυκαστικά για να αυξήσει τις αποδόσεις τους
παρότι Το πεπτικό τους σύστημα είναι φτιαγμένο για τροφές χοντροειδείς και όχι για καρπούς.
Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που επιβάλει να γίνεται η χορήγηση τους
με « φειδώ, σύνεση,με μέτρο και μπούσουλα» :
•Η καθημερινή ποσότητα να χορηγείται τμηματικά σε δύο ή και τρία γεύματα και όχι μια φορά.
Εφ άπαξ μεγάλες ποσότητες καρπών ευνοούν την ανάπτυξη εκείνης της μικροχλωρίδας
που παράγει αφθονία γαλακτικού οξέος.
Είναι το γαλακτικό οξύ που προκαλεί στην οξέωση με δυσμενέστατες συνέπειες στην υγεία και τις αποδόσεις.
•Πάντως η χορηγούμενη κάθε φορά τροφή δεν πρέπει να ξεπερνά τα 600-700 γραμμάρια
για να αποφεύγονται οι κρυφές και ήπιας μορφής χρόνιες οξεώσεις .
•Οι λεπτοαλεσμένοι καρποί επιταχύνουν και επιδεινώνουν ακόμα πιο πολύ τα συμπτώματα της οξέωσης
διότι πέπτονται ταχύτητα,γεγονός που επιβάλλει το σπάσιμο των καρπών σε δύο- τρία κομμάτια ή την σύνθλιψή τους..
Σε περίπτωση που το σπάσιμο δεν μπορεί να γίνει είναι προτιμότερο να χορηγούνται οι καρποί ολοκληροι
διότι τα πρόβατα έχουν την ικανότητα να τους πέπτουν πολύ πιο αποτελεσματικά από τις αγελάδες.
Είναι πολλοί οι ερευνητές που συνιστούν την χορήγηση ολόκληρων των καρπών.
•Προς αποφυγή ταχείας πέψης και απότομης πτώσης του ph και περαιτέρω πρόκληση της ανεπιθύμητης οξέωσης
καλό είναι να προηγείται η χορήγηση μια μικρής ποσότητας χοντροειδούς τροφής.
•Η ημερήσια ποσότητα των χοντροειδών στη χειρότερη περίπτωση δεν πρέπει να είναι ούτε κατ ελάχιστο λιγότερη του 1,5% του σωματικού βάρους .
•Η έναρξη της χορήγησης καρπών πρέπει να γίνεται με πολύ μικρή ποσότητα (150-200 γραμμάρια)
και κάθε 3-4 μέρες να αυξάνεται κατά 100-120 γραμμάρια
εις τρόπο ώστε να συμπληρωθεί η προβλεπόμενη ποσότητα μέσα σε δύο εβδομάδες τουλάχιστο.
 3. ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ ΘΡΕΠΤΙΚΑ ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ
Υδατάνθρακες
 • Πρωτεΐνες
 • Μακροστοιχεία
 • Ιχνοστοιχεία
 • Βιταμίνες
 
 α. Υδατάνθρακες 
 Είναι οι κύριες πηγές ενέργειας και αποτελούνται από:
 1.Τα ζάχαρα και το άμυλο (καρποί –καλαμπόκι, σιτάρι, κριθάρι),
 2.Την κυτταρίνη (κυρίως χοντροειδείς τροφές).
 Όλοι οι υδατάνθρακες μετατρέπονται σε πτητικά λιπαρά οξέα με την βοήθεια της μικροβιακής χλωρίδας της μεγάλης κοιλίας.
 Η φυσική τροφή που προτιμούν τα πρόβατα περιέχει μεγάλα ποσοστά κυτταρινών
 ( σανοί, βοσκές, λειμώνες) ,
 οι οποίες πέπτονται μόνο με την μεσολάβηση της μικροβιακής χλωρίδας
 για να μετατραπούν σε λιπαρά οξέα και ακολούθως σε ενέργεια..
 Οι κυτταρίνες των νεαρών βοσκότοπων και των νεαρών βλαστών
  παρότι εμπεριέχονται σε μεγάλα ποσοστά,
  είναι πολύ πιο εύπεπτες από τις πιο ξυλώδεις κυτταρίνες των «γερασμένων» φυτών και βοσκοτόπων, με συνέπεια να προσφέρουν στα ζώα πολύ περισσότερη ενέργεια και πρωτεΐνες από αυτά που προσφέρουν «ώριμες και γερασμένες» βοσκές, σανοί και ενσιρώματα.
 Οι απαιτήσεις σε ενέργεια είναι διαφορετικές στα διάφορα παραγωγικά στάδια :
 Ενέργεια ανάπτυξης των προβάτων.
 Ενέργεια συντήρησης.
 Ενέργεια της ύστερης κυοφορίας.
 Ενέργεια γαλακτοπαραγωγής.
 
  β. Οι Πρωτεΐνες
Οι πρωτεΐνες αποτελούν την κύρια πηγή του διατροφικού Αζώτου, απαραίτητου δομικού στοιχείου όλων των αμινοξέων , τα οποία με την σειρά τους αποτελούν τα βασικά στοιχεία με τα οποία χτίζονται τα σωματικά κύτταρα σχεδόν όλων των ιστών του σώματος. Αποτελούν ως εκ τούτου ζωτικό παράγοντα για την ανάπτυξη του οργανισμού, την παραγωγή του γάλακτος, την αναπαραγωγή , την αντίσταση στις ασθένειες και την εν γένει συντήρηση και διατήρηση στη ζωή του όλου σώματος. 
 Ως γνωστό οι πρωτεΐνες αποτελούν το πιο ακριβό «κομμάτι» της διατροφής και η περίσσεια της δεν αποτελεί μόνο σπατάλη και επιβάρυνση του κόστους παραγωγής αλλά έχει και δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία του οργανισμού (ενδονυχίτιδες, μαστίτιδες)..
Το μεγαλύτερο ποσοστό των πρωτεϊνών κάθε τροφής μόλις εισέλθει στη μεγάλη κοιλία διασπάται σε αμινοξέα , τα οποία αποτελούν τα δομικά στοιχεία ( τούβλα) με τα οποία χτίζονται οι νέες πρωτεΐνες ( σάρκες , αίμα, γάλα) του ζώου που της καταναλώνει .. 
 Όπως στους υδατάνθρακες έτσι και αυτή η διάσπαση των φυτικών πρωτεϊνών σε αμινοξέα γίνεται με την αποκλειστική βοήθεια των μικροβίων ( μικροβιακής χλωρίδας ) της μεγάλης κοιλίας με αποκλειστικό στόχο τα αμινοξέα αυτά να χρησιμοποιηθούν από τα ίδια τα μικρόβια που πολλαπλασιάζονται με απίστευτους ρυθμούς για να χτίσουν τις δικές τους πρωτεΐνες ( το σώμα τους)..
 Όλη αυτή η μάζα των μικροβίων ( ζωντανή μαγιά) προωθείται συνεχώς στο έντερο όπου διασπάται ξανά σε αμινοξέα.. Αυτά τα αμινοξέα  απορροφώνται από τα τοιχώματα του εντέρου για να χτίσει ο οργανισμός τις πρωτεΐνες που χρειάζεται κάθε μέρα.. Πρόκειται για αμινοξέα που προέρχονται  σχεδόν
 εξ ολοκλήρου από την μικροβιακή χλωρίδα ( μαγιά) της μεγάλης κοιλίας   Όταν όμως τα ζώα είναι υψηλής γαλακτοπαραγωγής αυτά τα αμινοξέα που  δεν επαρκούν για να αποδώσουν το μέγιστο της δυναμικότητας σε γάλα.
 Για να επιτευχθεί λοιπόν το μέγιστο της παραγωγής χρειάζονται επιπρόσθετα αμινοξέα τα οποία πρέπει να πάρει ο οργανισμός από φυτικές τροφές που δεν διασπώνται στην μεγάλη κοιλία ( πρώτο στομάχι) από την μικροβιακή χλωρίδα.
 Τέτοιες τροφές είναι η σόγια (40%),* τα λούπινα (55%)., τα πέλλετς τριφυλλιού (35%), ο σανός μηδικής δεύτερης κοψιάς στο στάδιο βλάστησης (25-30%) , τα DDGS (40%),
 * στη παρένθεση το ποσοστό σε αδιάσπαστη (by pass) πρωτεΐνη
γ. Μακροστοιχεία. Ιχνοστοιχεία. Βιταμίνες.
 
 α. Στα μακροστοιχεία περιλαμβάνοντα :
  Ασβέστιο (Ca) , Φωσφόρος (P) , Μαγνήσιο (Mg)
  Νάτριο (Να),  Χλώριο (Cl ),  Θειάφι (S)
 
 β. Στα ιχνοστοιχεία περιλαμβάνονται :
  Σίδηρος(Fe) , Ιώδιο (I) , Χαλκός (Cu) , Ψευδάργυρος(Zn)
  Μολυβδαίνιο (Mb) , Μαγγάνιο (Mn), Κοβάλτιο (Co) , Σελήνιο (Se)
   γ .Στις βιταμίνες περιλαμβάνονται:
  Οι λιποδιαλυτές: Α,D.Ε,K
  Οι υδροδιαλυτές: Β σύμπλεγμα, C,
Όλα τα παραπάνω θρεπτικά συστατικά (υδατάνθρακες), (πρωτεΐνες), (μακροστοιχεία κλπ) εμπεριέχονται σε ποσότητες επαρκείς ή ανεπαρκείς στις φυσικές τροφές ( χοντροειδείς και καρπούς) που χορηγούνται καθημερινά στα ζώα.. 
 Αυτήν όμως η χορήγηση δεν πρέπει να γίνεται κατ εκτίμηση ή στα τυφλά. Για να αποδώσει η κάθε τροφή το μέγιστο των θρεπτικών της δυνατοτήτων αλλά και να μη προκαλούνται περιττές σπατάλες ή τροφοπενίες και πλημμελής αξιοποίηση της κάθε τροφής θα πρέπει ο κάθε παραγωγός να γνωρίζει την περιεκτικότητα της σε θρεπτικά συστατικά (χημική ανάλυση) και έχοντας υπόψη τις εκάστοτε ανάγκες του ζώου να προβαίνει στη ορθολογική σύνθεση του καθημερινού σιτηρεσίου.. Σε αυτό το σημείο η κτηνιατρική και ζωοτεχνική κάλυψη και μέριμνα είναι άκρως απαραίτητη.  
4. ΟΙ ΤΡΟΦΕΣ ΤΩΝ ΠΡΟΒΑΤΩΝ
Χωρίζονται σε δύο κατηγορίες:
•ΧΟΝΤΡΟΕΙΔΕΙΣ,
•ΣΥΜΠΥΚΝΩΜΕΝΕΣ

Στις ΧΟΝΤΡΟΕΙΔΕΙΣ περιλαμβάνονται:
α. Βοσκές
β. Λειμώνες
γ. Σανοί
δ. Ενσιρώματα
ε. Άχυρα
Στις ΣΥΜΠΥΚΝΩΜΕΝΕΣ – ΚΑΡΠΟΥΣ περιλαμβάνονται :
α. Καλαμπόκι, κριθάρι. σιτάρι, βρίζα, βρώμη 
β. Σόγια, ηλιάλευρο, λούπινα, κτηνοτροφικά κουκιά , κτηνοτροφικό μπιζέλι
 5.ΧΟΝΤΡΟΕΙΔΕΙΣ ΤΡΟΦΕΣ 
Οι χοντροειδείς τροφές αποτελούν την βάση της διατροφής ΟΛΩΝ ανεξαιρέτως των μηρυκαστικών διότι:
• εκτός από τα θρεπτικά συστατικά ( ενέργεια, πρωτεΐνη, μέταλλα )
• παρέχουν στα ζώα και τις απολύτως απαραίτητες για την λειτουργία της πέψης ΚΥΤΤΑΡΙΝΕΣ,
• Χωρίς κυτταρίνες είναι αδύνατη η ομαλή ανάπτυξη και λειτουργία της μικροβιακής χλωρίδας της μεγάλης κοιλίας(MK).
• Χωρίς επαρκή μικροβιακή χλωρίδα είναι αδύνατη η πέψη όλων ανεξαιρέτως των τροφών.
Όμως δεν μπορούμε να χορηγούμε κυτταρίνες στο σωρό για να λύνουμε το πρόβλημα διότι:
• όσο αυξάνεται η μη πέψιμη ιδίως κυτταρίνη
• τόσο πιο πολύ μειώνεται η παραγωγή γάλακτος αφού λόγω της χαμηλής πεπτικότητας της δεν μπορεί να αποδώσει στον οργανισμό όλη την ενέργεια που περιέχει .
• Όσο πιο λίγη η ενέργεια που αποδεσμεύεται τόσο μικρότερη η παραγωγή γάλακτος.

Από την άλλη μεριά, υπερβολική χορήγηση καρπών για την αντιστάθμιση του προβλήματος:
• προκαλεί ραγδαία πτώση του PH
• με ακόμα χειρότερα αποτελέσματα (οξέωση, δυσπεψία ,ενδονυχίτιδες, μαστίτιδες ).
Σε αυτό ακριβώς το σημείο καθοριστικό ρόλο παίζει η ποιότητα των χοντροειδών τροφών αφού
• υπάρχουν τροφές με κυτταρίνες υψηλής πεπτικότητας
• και τροφές με κυτταρίνες που αποβάλλονται σχεδόν άπεπτες μέσω των κοπράνων.
• Κυτταρίνες που πέπτονται σε μεγαλύτερο ποσοστό προσφέρουν περίσσια ενέργειας ενώ η άπεπτες ούτε ενέργεια προσφέρουν αλλά, και το χειρότερο, δεσμεύουν πολύτιμο αποθηκευτικό χώρο της ΜΚ και δεν επιτρέπουν την είσοδο νέας και πιο εύπεπτης τροφής προκειμένου να αντισταθμιστεί το μειονέκτημα ..

Θα μπορούσε βεβαίως ένα μέρος αυτής της κυτταρίνης να ζυμωθεί πιο πολύ
• αν υπήρχαν περιθώρια περαιτέρω παραμονής τους στη ΜΚ κατά 12-15 ώρες τουλάχιστο.
• Περιθώρια όμως παραμονής δεν υπάρχουν διότι η ανάγκη για νέα και συνεχή τροφοδοσία αναγκάζει τον οργανισμό να αποβάλλει προ της ώρας τις δύσπεπτες τροφές(κυτταρίνες) για να έρθουν καινούργιες σε ακατάπαυτο ρυθμό και ροή.

Είναι προφανές ότι η πεπτικότητα των χοντροειδών:
• εξαρτάται κυρίως από την ποιότητα των κυτταρινών.
Η ποιότητα όμως των κυτταρινών:
• επηρεάζεται κυρίως από το είδος και την ποιότητα της κυρίας χοντροειδούς τροφής που χορηγείται σε κάθε κοπάδι , όπως :
•σανός μηδικής,
•ενσίρωμα μηδικής,
•ενσίρωμα καλαμποκιού,
•σανός λειμώνων,
•νωπά χόρτα βοσκής
•νωπά χόρτα λειμώνων

Για τα πρόβατα που εκτρέφονται σε εντατική μορφή και δεν έχουν καθόλου πρόσβαση σε βοσκές το κύριο βάρος πέφτει :
• στην άριστη ποιότητα του σανού μηδικής( ξηρό τριφύλλι)
• στην επίσης άριστη ποιότητα σανών λολιου, βίκου- βρώμης ,λειμώνων
• κυρίως όμως στην ΓΕΝΙΚΕΥΜΕΝΗ ΧΡΗΣΗ ενσιρωμάτων :
καλαμποκιού,
λόλιου
μηδικής
βίκου- βρώμης
βίκου-βρώμης-μπιζελιού,
λούπινων κ.α

Για τα πρόβατα ελεύθερης βοσκής το κύριο βάρος πέφτει :
• στα χόρτα των λιβαδιών ,
• στα χόρτα των λειμώνων
• στους διάφορους σανούς
• εν μέρει στα διάφορα ενσιρώματα.
Όσο πιο νεαρής ηλικίας είναι οι παραπάνω χοντροειδείς τόσο πιο εύπεπτα και πιο πολλά θρεπτικά περιέχουν ( τον κύριο λόγο έχει η ποιότητα).
 
6. Η ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΧΟΝΤΡΟΕΙΔΩΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΗ
  Προλέχθηκε ότι οι χοντροειδείς τροφές αποτελούν την βάση της διατροφής όλων των μηρυκαστικών γενικά .
 Είναι ως εκ τούτου προφανές ότι,
• η ποιότητα και η ποσότητα των κυτταρινών, ημικυτταρινών και λιγνίνης που περιέχει η κάθε παρτίδα των χοντροειδών ,
ΚΑΘΟΡΙΖΕΙ :
• και την ποσότητα που μπορεί να φάει το κάθε ζώο
• αλλά και την ποσότητα της γαλακτοπαραγωγής
 ( ραγδαία πτώση ή θεαματική αύξηση)

Όσο καλύτερη η ποιότητα τόσο μεγαλύτερη η ποσότητα,
 που τρώει το κάθε ζώο,
 άρα περισσότερη ενέργεια και περισσότερες
 πρωτεΐνες διαθέσιμες για το κάθε ζώο.
Καθοριστικός παράγοντας της ποιότητας είναι:
• η πεπτικότητα της τροφής
• όσο μεγαλύτερη η πεπτικότητα τόσο περισσότερα είναι τα θρεπτικά συστατικά που απορροφά ο οργανισμός
 με άμεση συνέπεια την αύξηση τόσο του παραγόμενου γάλακτος όσο και
 των λιπαρών του γάλακτος..

• Όσο πιο καλή η ποιότητα των χοντροειδών τόσο λιγότερη η συμπληρωματική ενέργεια( καρποί) και οι πρωτεΐνες(σόγια, ηλιάλευρο, βαμβακόπιτα),
 που πρέπει να χορηγηθούν.

‘Όσο πιο κακής ποιότητας οι χοντροειδείς ,
 τόσο λιγότερη είναι η ποσότητα που καταναλώνεται
 και ακόμα χειρότερη είναι η πεπτικότητα τους.

• Όσο πιο χαμηλής ποιότητας είναι οι χοντροειδείς
 τόσο πιο πολλές είναι οι απώλειες της τροφής
 διότι τα ζώα τσιμπολογούν χωρίς κέφι -
 διαλέγουν ένα πολύ μικρό μέρος,
 ενώ «πετάνε» στο δάπεδο το μεγάλο υπόλοιπο.

 Θα πρέπει να επισημανθεί ιδιαιτέρως ότι:
• όταν οι χοντροειδείς είναι μέτριας ή κακής ποιότητας,
(στις περισσότερες των ελληνικών εκτροφών αυτό είναι κανόνας
 αφού οι παρεχόμενοι σανοί μηδικής έχουν χρώμα και υφή άχυρου),
 ό, τι δηλαδή το χειρότερο ΤΟΤΕ,
• η πτώση της γαλακτοπαραγωγής δεν συγκρατείται
 όσο κι αν αυξήσουμε την ποσότητα και την ποιότητα των καρπών.
 Σε αυτή την περίπτωση η αύξηση των καρπών:
• προκαλεί χειρότερα αποτελέσματα διότι λόγω έλλειψης πεπτής κυτταρίνης οι καρποί διασπώνται τάχιστα και προκαλούν δυσπεπτική οξέωση και ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Η ποιότητα των χοντροειδών ,
 προσδιορίζεται από την ικανότητα των ζώων :
• να ζυμώνουν ,
• να πέπτουν
• και να αξιοποιούν τα περισσότερα θρεπτικά συστατικά ,
 που περιέχονται σε αυτές.

 .Όσο πιο μεγάλη η περιεκτικότητα και
 η πεπτικότητα των θρεπτικών ουσιών
 τόσο πιο καλή είναι η ποιότητα των χοντροειδών.
 
Χοντροειδείς πρώτης ποιότητας είναι:
• οι «νεαρές» χοντροειδείς.
• Όσο πιο νεαρές είναι τόσο λιγότερες ξυλώδεις ουσίες( κυτταρίνες, ημικυτταρίνες και λιγνίνη) περιέχουν.

 Όσο πιο πολύ ωριμάζουν οι χοντροειδείς
τόσο η πεπτικότητα των πρωτεϊνών και της κυτταρίνης(NDF) μειώνεται
 με αποτέλεσμα:
 τα ζώα να προσλαμβάνουν λιγότερες θρεπτικές ουσίες .

 .Όσο μειώνεται η ποιότητα τόσο πιο βραδεία είναι η διέλευση των τροφών μέσω του πεπτικού συστήματος
 με συνέπεια :
να μη «ελευθερώνεται» χώρος για την πρόσληψη καινούργιας τροφής,
 η οποία θα συμπλήρωνε τις επιπρόσθετες ανάγκες.

         

 Σανός τριφυλλιού .... Ποιότητα κάτω του μέτριου..
 

 Σανός τριφυλλιού ... αγγίζει την ποιότητα του αχύρου
  

                       

                      Σανόs Τριφυλλιού.....  ποιότητα πολύ καλή.

                  

 Πολυ καλή ποιότητα- πλούσιο φύλλωμα,  με πιο ΛΕΠΤΑ στελέχη θα ήταν ΑΡΙΣΤΗ.... 
7.ΟΙ ΠΙΟ ΚΑΤΑΛΛΗΛΕΣ ΧΟΝΤΡΟΕΙΔΕΙΣ ΤΡΟΦΕΣ
Δεν ξεχνάμε ποτέ ότι,
την βάση της διατροφής αποτελούν :
 •Σανοί αρίστης ποιότητας (μηδικής, λόλιου, λειμώνων τριφυλλιών, σόργου)
 •Ενσιρώματα (καλαμποκιού, λόλιου, τριφυλλιού, βίκου-βρώμης- μπιζελιού, βίκου-
 κριθαριού κ.α)
 •Βοσκές λιβαδιών,
 •Βοσκές λειμώνων
Ενώ οι καρποί ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΥΝ: 
 Μόνο συμπληρωματικά στο ολικό σιτηρέσιο.  
Ποιο είδος χοντροειδούς τροφής είναι το καλύτερο για τα πρόβατα; 
.Ένας καλός σανός;
.μια καλή βοσκή ;
.ενσίρωμα τριφυλλιού;
.ενσίρωμα λόλιου;
Κατ αρχήν κάθε σανός αρίστης ποιότητας οιοδήποτε είδους  είναι πολύ καλύτερος 
από κάποιο μέτριο σανό του πιο δημοφιλούς είδους(πχ μηδικής λειμώνα).
 Ο παραγωγός όταν αγοράζει χόρτο άριστης ποιότητας:
.εξοικονομεί αρκετά χρήματα .διότι η αξιοποίηση όλων των θρεπτικών συστατικών του χόρτου
 από τα ζώα θα είναι η μέγιστη δυνατή..
 
Οι συνήθεις ελληνικοί σανοί( μηδικής, λόλιου, λειμώνων),
που διακινούνται στην αγορά,
ΑΞΙΟΛΟΓΟΥΝΤΑΙ κάτω του μέτριου διότι έχουν:
.πολλά, χοντρά και άκαμπτα (ξυλώδη) στελέχη
 (κοτσάνια, κορμούς, κλαδιά)
.και πολύ λίγα φύλλα .
.ΧΡΏΜΑ και υφή άχυρου λόγω υπερβολικής ξήρανσης.
Αυτή η κακή ποιότητα οφείλεται στο  ότι
. η κοπή τους γίνεται πολύ αργά
 (στο φουλ της ανθοφορίας ή και μετά την ανθοφορία) .
. η έκθεση τους στον ήλιο είναι παρατεταμένη και πολύ περισσότερη από το κανονικό
 γεγονός που έχει πολύ δυσμενείς επιπτώσεις τόσο στις οργανοληπτικές ιδιότητες
όσο και στη χημική σύσταση των θρεπτικών ουσιών
.Οι  παραγωγοί χόρτου αποβλέπουν  στην όσο το δυνατόν μεγαλύτερη σοδιά ανά στρέμμα
 και όχι στην ποιότητα.
.Δεν νοιάζονται καθόλου για την ποιότητα.

Έχει τονιστεί κατά κόρο,
.όσο νωρίτερα κόβεται η κάθε χοντροειδής τροφή
 τόσο καλύτερη η ποιότητα της
.Όμως, όσο καλύτερη η ποιότητα,
τόσο λιγότερη η σοδιά του χόρτου
Λιγότερη σοδιά είναι ασύμφορη για τον κάθε παραγωγό..
Το μειονέκτημα τούτο μπορεί να ΑΠΟΦΕΥΧΘΕΙ  μόνο όταν ο αγοραστής της τροφής συνειδητοποιήσει την ΜΕΓΑΛΗ ΣΗΜΑΣΙΑ της καλής ποιότητας και αποφασίσει να αναπληρώσει οικονομικά την ζημιά που θα υποστεί ο πουλητής παραγωγός  αν κόψει για παράδειγμα την μηδική στο βλαστικό στάδιο και όχι στο τέλος της ανθοφορίας. Η παρουσία του αγοραστή- κτηνοτρόφου τόσο κατά τον θερισμό όσο και κατά την διαδικασία ξήρανσης ή ενσίρωσης στον αγρό αποτελεί την μόνη εγγύηση για την επίτευξη ΚΑΛΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ σανών ή ενσιρωμάτων. Μόνο οι ίδιοι αγοραστές είναι σε θέση να επιβάλουν στους πουλητές παραγωγούς την καλή ποιότητα.
 
Οι προβατοτρόφοι γνωρίζουν πολύ καλά ότι ,
Τα ζώα, πρωτίστως τα γίδια και ακολούθως τα πρόβατα:
.ΔΕΝ αγγίζουν, ΟΥΤΕ καν πλησιάζουν σανούς κακής ποιότητας,
.Τους αποφεύγουν  και όταν η πείνα τους βρίσκεται στα ύψη.
.Συνήθως τσιμπολογούν κάποιες ελάχιστες "κορφάδες" και τα υπόλοιπα τμήματα
 (κοτσάνια, κλαδιά) τα ρίχνουν περιφρονητικά στο δάπεδο.
Το ίδιο συμβαίνει και με τα φύλλα της μηδικής ,τα οποία δεν τα πλησιάζουν καν τα ζώα
όταν πέφτουν στο δάπεδο ή όταν στοιβάζονται στις γωνιές των ταγίστρων .
ΟΤΑΝ
 τα ζώα δεν πλησιάζουν τα φύλλα, το πολυτιμότερο τμήμα του φυτού
 (που περιέχει όλες τις πρωτεΐνες και όλη την ενέργεια
 και η πεπτικότητα του ξεπερνά το 80%)
ΤΟΤΕ,
.δεν έχουμε να κάνουμε με ορθολογική διατροφή
.αλλά με πραγματική κατασπατάληση χρημάτων..
.Πετάμε δηλαδή τις οικονομίες στη σωρό των κοπράνων διότι έχουμε προμηθευτεί  χόρτα και ενσιρώματα τελείως ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΑ για ζωοτροφές.
 Είναι ως εκ τούτου προφανές ότι τα φύλλα και τα στελέχη
 πρέπει να αξιοποιούνται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο
 ώστε να αποδίδουν το μέγιστο της δυναμικότητας τους.
 Όμως με ποιο τρόπο επιτυγχάνεται μια τέτοια αξιοποίηση;
Τα πάντα εδώ εξαρτώνται από τις παρεμβάσεις των παραγωγών
και όχι από τις ορέξεις των ζώων:
  1• Με την παραγωγή και την γενικευμένη χρήση ενσιρωμάτων (silage, baleage). 
Τα ενσιρώματα πλεονεκτούν έναντι κάθε άλλης μορφής σανού λόγω της σημαντικής ζύμωσης που υφίστανται αλλά και λόγου του ότι παραμένουν αναλλοίωτα όλα των βιοχημικά χαρακτηριστικά του φυτού,
(όπως δηλαδή είναι κατά την διάρκεια της κοπής)
και τούτο διότι αποφεύγουν τις δυσμενείς επιδράσεις κακής ξήρανσης λόγω της παρατεταμένης και υπερβολικής επίδρασης του ήλιου.
Το αποτέλεσμα είναι ολοφάνερο στον καθένα :
Όλα τα φύλλα να παραμένουν προσκολλημένα πάνω στο σώμα του φυτού ,
τα στελέχη ακόμα και τα κοτσάνια να είναι πολύ μαλακά(soft), ευλίγιστα, τρυφερά, ευχάριστης οσμής ,
και  γίνονται ανάρπαστα από τα ζώα όταν προφέρονται στις ενδεδειγμένες κάθε φορά ποσότητες..

2•  Με την προμήθεια ανοιξιάτικου σανού τριφυλλιού 2-3ης κοψιάς κατά το βλαστικό στάδιο
ή στο στάδιο του μπουμπουκιού και όχι αργότερα,
 εφόσον βεβαίως η ξήρανση είναι η πρέπουσα
 και οι κορμοί, τα στελέχη και τα κλαδιά είναι καταπράσινα, λεπτά και ευλύγιστα.
 
 3• Με την χημικά ανάλυση του σανού ή του ενσιρώματος πριν ακόμη γίνει ή αγορά.
 Οι παραγωγοί πρέπει να γνωρίσουν με ακρίβεια τις μεταβολιστέες παραμέτρους
 και να μην αρκούνται μόνο στη γνώση της ολικής ενέργειας και ολικής πρωτεΐνης.
Τούτο βεβαίως ισχύει για την ανάλυση και των λοιπών τροφών,
που συμμετέχουν συμμετέχουν στο ολικό σιτηρέσιο κάθε φορά στο ολικό σιτηρέσιο.
Σήμερα, δεν νοείται ορθολογική διατροφή των παραγωγικών ζώων
χωρίς τον συνεχή ποιοτικό και χημικό έλεγχο των τροφών

 

              

 Μηδική, ιδεώδες στάδιο κοπής ... Άριστη ποιότητα

              

 Μηδική , ό,τι το χειρότερο για καλή ποιότητα σανού ή ενσιρώματος 

   Ryegrass pasture

 Λόλιο ... ιδανικό στάδιο κοπής (Αρίστης ποιότητας σανός- ενσίρωμα)

       

 Λόλιο ... Υπερώριμο : Κακή ποιότητα σανού- κακή ποιότητα ενσιρώματος
 Β.Γ 27.6.2013
  Ο ενημερωμένος παραγωγός δεν ξεχνά ποτέ ότι:
Η θρεπτική αξία των χοντροειδών τροφών 
βαδίζει τελείως αντίθετα με την ηλικία τους στο χωράφι
Διότι :
ΌΣΟ ΠΙΟ ΠΟΛΥ ΜΕΝΟΥΝ  ΕΚΕΙ , 
ΤΌΣΟ ΠΙΟ ΠΟΛΥ ΜΕΙΩΝΟΝΤΑΙ
ΤΑ ΘΡΕΠΤΙΚΑ ΤΟΥΣ ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ
·          ΜΕΙΩΝΟΝΤΑΙ ΟΛΑ ΑΝΕΞΑΙΡΕΤΩΣ:
·          Η ΕΝΕΡΓΕΙΑ,
·          ΟΙ ΠΡΩΤΕΪΝΕΣ  
·          Η ΠΕΠΤΙΚΟΤΗΤΑ και
·          Η ΠΟΣΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΗΣ  ΤΡΟΦΉΣ 
Ταυτόχρονα… οι ανεπιθύμητες κυτταρίνες 
Όλο και πιο πολύ ΑΥΞΑΝΟΝΤΑΙ 
Β.Γ 6.7.2013
 8. Η ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΧΟΝΤΡΟΕΙΔΩΝ . ΠΡΩΤΟ ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ….
ΠΟΙΟΣ ΚΑΙ ΠΩΣ ΘΑ ΤΗΝ ΑΠΟΤΙΜΗΣΕΙ ;

.Η ποιότητα των χοντροειδών παρουσιάζει μεγάλες διακυμάνσεις διότι επηρεάζεται 
από πολλούς παράγοντες :
α .Το είδος του φυτού
β .Την ωριμότητα των φυτών
γ .Τον χρόνο κοπής
δ .Την παρουσία ή μη ξένων σωμάτων
ε. Τους τρόπους συντήρησης-αποθήκευσης
ε .Το Περιβάλλον
στ.Τη λίπανση
ζ . Την άρδευση
Όλοι οι παραπάνω παράγοντες ,στο βαθμό που κάθε φορά ο καθένας με τον τρόπο που επηρεάζει την ποιότητα, 
 έχουν σαν αποτέλεσμα οι χοντροειδείς τροφές που παράγονται από το ίδιο χωράφι ,
 να είναι τελείως διαφορετικής ποιότητας όχι μόνο από έτος σε έτος αλλά και από μήνα σε μήνα του ίδιου χρόνου.
 Με τούτο σαν δεδομένο ο κάθε παραγωγός πρέπει να γνωρίζει ότι:
 όταν προμηθεύεται χοντροειδείς κάθε μορφής από τον ίδιο παραγωγό αλλά και από το ίδιο χωράφι ,
 δεν αγοράζει ποτέ την ίδια ποιότητα ενώ αγοράζει σχεδόν πάντοτε στην ίδια τιμή και τον πολύ καλό και τον κακής ποιότητας σανό..
 
 1.Το είδος του φυτού παίζει κυρίαρχο ρόλο στην ποιότητα σανού- ενσιρώματος.
 εφόσον βεβαίως πληρούνται οι λοιποί παράγοντες που επηρεάζουν την ποιότητα
 διότι κάθε κατηγορία φυτών έχει πολύ διαφορετικές ποσότητες πρωτεϊνών από όλες τις άλλες, διαφορετικές τιμές μεταβολιστέας ενέργειας (ΜΕ) και πολύ διαφορετικές πέψιμης και μη πρωτεΐνης :
  Οι σανοί –ενσιρώματα των χορτοδοτικών καλλιεργειών ( μηδική, μονοετές λόλιο, σόργο, κτηνοτροφική κράμβη) είναι πλούσια σε πρωτεΐνες που κυμαίνονται από12 έως 25 % και ικανοποιητικοί σε ΜΕ (8,5-11MJ).
 Οι σανοί των ψυχανθών ( μηδική, βίκος , κουκιά, φασόλια, μπιζέλια , λούπινα)
 έχουν τα μεγαλύτερα ποσοστά πρωτεϊνών (16- 38%) και ΜΕ 9-10,5 MJ)
 Οι λειμώνες με κυρίαρχα τα διάφορα είδη πολυετούς λόλιου παράγουν σανούς
 με πρωτεΐνες μεγάλου εύρους διακύμανσης των πρωτεϊνών (12-25%.ΟΠ) ,
 η οποία έχει άμεση σύνδεση με το στάδιο θερισμού και ΜΕ 9-11,5 MJ
 Οι λειμώνες διαφόρων μειγμάτων τριφυλλιού έχουν επίσης μεγάλο εύρος15-25% ΟΠ και ΜΕ 9-11MJ…
 Οι λειμώνες με κυρίαρχα τα αγρωστώδη δίδουν σανούς ΟΠ 12-16 % και ΜΕ 8,5-10,5 MJ
 Οι κοινοί βοσκότοποι παράγουν σανούς με ΟΠ 8-12 και ΜΕ 7-8 MJ
          
 Σε όλα τα παραπάνω είδη:
 -Όσο πιο πολλά τα φύλλα και λιγότερα τα στελέχη τόσο καλύτερη η ποιότητα
  διότι οι πρωτεΐνες και η ενέργεια βρίσκονται στ υψηλότερα δυνατά επίπεδα..
  -Όσο περισσότερη οι κυτταρίνες, η λιγνίνη , η τανίνη τόσο χειρότερη η ποιότητα
 - Υπάρχει μεγάλη αλληλεπίδραση θετική ή αρνητική μεταξύ των θρεπτικών
  ουσιών (ενέργεια, πρωτεΐνες, κυτταρίνες, λιγνίνη) που επηρεάζουν πάρα πολύ
 την σχετική διατροφική αξία του κάθε είδους
 
 2.Ο βαθμός ωριμότητας του φυτού – ημερομηνία κοπής-θερισμού, συγκομιδής- παίζει αποφασιστικό ρόλο στη τελική ποιότητα .
  Διότι όσο πιο καθυστερημένα γίνεται η συγκομιδή τόσο μικρότερα τα ποσοστά των πρωτεϊνών και της ενέργειας αλλά όλο και πιο μεγάλη η περιεκτικότητα τους σε μη πεπτές κυτταρίνες
  Ο άριστος χρόνος συγκομιδής διαφέρει από είδος σε είδος .ο οποίος γενική παραδοχή επικεντρώνεται ανάμεσα στο μπουμπούκιασμα και την εμφάνιση των πρώτων λουλουδιών.
 3. Οι περιβαλλοντικοί παράγοντες, ιδίως η θερμοκρασία και το φως του ήλιου, επηρεάζουν σε πολύ μεγάλο βαθμό τα ποιοτικά χαρακτηριστικά όλων των ειδών
 Όσο πιο πολύ το ηλιακό φως τόσο μεγαλύτερο η περιεκτικότητα των φυτών σε υδατάνθρακες αλλά όσο πιο υψηλές οι θερμοκρασίες τόσο περισσότερες οι μη πεπτές κυτταρίνες και η λιγνήνη αλλά όλο και πιο λιγότεροι οι υδατάνθρακες και τα ζάχαρα.
 Σε αυτή την αλληλεπίδραση φωτός και υψηλής θερμοκρασίας οφείλονται οι συχνές ποιοτικές μεταβολές από κοψιά σε κοψιά.
 Τα ανοιξιάτικα τριφύλλια –πολύ φως, μέτριες θερμοκρασίες – είναι πολύ πιο πλούσια σε ενέργεια και σε πρωτεΐνες από τα τριφύλλια του Ιούλη , του Αυγούστου και του φθινόπωρου.
 Είναι ακριβώς αυτός ο λόγος που τα τριφύλλια πρώτης , δεύτερης κοψιάς είναι καλύτερης ποιότητας από τα τριφύλλια των υπόλοιπων κοψιών..
 
 4. Τρόποι συντήρησης- αποθήκευσης των χοντροειδών τροφών.
  Ο τρόπος ξήρανσης και ο τρόπος αποθήκευσης παίζουν σπουδαίο ρόλο τόσο στην όσο και στην ποιότητα των τροφών όσο και στην διάρκεια της συντήρησης διότι η επί μακρόν παραμονή τους στις ακτίνες του ήλιου μειώνει όλα τα θρεπτικά του σανού με συνέπεια την ραγδαία ποιοτική υποβάθμιση, η οποία τον κατατάσσει στην κατηγορία άχυρου κακής ποιότητας.
   Η πέρα από ένα όριο περιεκτικότητα σε υγρασία και η έκθεση των τροφών στην παρατεταμένη επίδραση του αέρα. έχουν δυσμενέστατη επίδραση τόσο στις οργανοληπτικές ιδιότητες όσο και την χημική σύσταση ( οξείδωση, τάγισμα, μούχλιασμα ενσιρωμάτων) με τελικό αποτέλεσμα την ποιοτική και θρεπτική υποβάθμιση τους..
 
 Ειπώθηκε κατά κόρο ότι οι χοντροειδείς τροφές είναι ζωτικής σημασίας για τα αιγοπρόβατα διότι παρέχουν την ενεργό κυτταρίνη που είναι απαραίτητη να την ομαλή λειτουργία της μικροβιακής χλωρίδας της μεγάλης κοιλίας.
  Ωστόσο στα ζώα υψηλών αποδόσεων υπερβολική χορήγηση χοντροειδών μέτριας ή κακής ποιότητας αποτελούν εμπόδιο στην κάλυψη των αυξημένων αναγκών με άμεσο αποτέλεσμα την ραγδαία μείωση ων αποδόσεων. Αυτό το κενό δεν μπορεί να αναπληρωθεί με αύξηση των καρπών πέραν από ένα ποσοστό διότι προκαλούνται ΠΟΛΥ χειρότερα αποτελέσματα …
 Είναι ως εκ τούτου προφανές ότι για να δοθεί λύση σε αυτό τον γρίφο μόνο μέσα από τις χοντροειδείς τροφές μπορεί να γίνει ..
  Και αυτό μπορεί ΝΑ ΓΙΝΕΙ μόνο ΜΕ χοντροειδείς τροφές που έχουν κυτταρίνες με μεγάλο βαθμό πεπτικότητας .
 Τούτο βεβαίως σημαίνει χοντροειδείς τροφές ΑΡΙΣΤΗΣ ποιότητας
 ΠΩΣ όμως θα εξακριβωθεί η ΑΡΙΣΤΗ ποιότητα;
 Προσδιορίζεται με δύο τρόπους::
 . Με αισθητήριο έλεγχο ( επισκόπηση, ψηλάφηση, όσφρηση)
 . Με ανάλυση και ακριβή προσδιορισμό των θρεπεπτικών συστατικών
.
"ΑΙΣΘΗΤΗΡΙΟΣ" ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΩΝ ΧΟΝΤΡΟΕΙΔΩΝ ΤΡΟΦΩΝ 
Επισκόπηση , ψηλάφηση, Όφρηση....
Το στάδιο ανάπτυξης του φυτού κατά τη στιγμή της κοπής- θερισμού αποτελεί μια πρώτη μαρτυρία για ποιότητα της τροφής που εξετάζουμε, διότι είναι γνωστό ότι όσο μεγαλώνουν τα φυτά τόσο πιο πολύ αυξάνοντα τα ξυλώδη κύτταρα του φυτού με αντίστοιχη και ισόποση μείωση των θρεπτικών συστατικών. Ο πραγματικός παραγωγός αν θέλει να προμηθευτεί τροφές που η θρεπτική τους αξία ανταποκρίνεται στο τίμημα των χρημάτων που θα δαπανήσει για την αγορά τους θα πρέπει να δει τις τροφές στο χωράφι την ώρα του θερισμού για να διαπιστώσει σε πιο βλαστικό στάδιο γίνεται η κοπή αφού γνωρίζει πλέον ότι η καλύτερη ποιότητα λαμβάνεται στο μπουμπούκιασμα ή μόλις εμφανιστούν τα λίγα πρώτα άνθη και εφόσον το προς διάθεση προϊόν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του να επιβλέψει τον τρόπο και την όλη διαδικασία ξήρανσης ή ενσίρωσης. 
Αν το εμπόρευμα παραδοθεί στις αποθήκες του τότε έχει πολύ δουλειά μπροστά του:
Ο χρωματισμός και η όλη εμφάνιση αποτελούν την βιτρίνα του προϊόντος με συνέπεια τα μάτια να καρφωθούν ακαριαία πάνω της..
Ο χρωματισμός αποτελεί τρανή απόδειξη του :
Κατά πόσο ο θερισμός-κοπή έγινε στο ενδεδειγμένο στάδιο ανάπτυξης και
κατά πόσο η όλη διαδικασία ξήρανσης και περαιτέρω συντήρησης ήταν η ενδεδειγμένη ή όχι :
• Λαμπρό πράσινο χρώμα υποδηλώνει σανό πολύ καλής ποιότητας
• Κιτρινωπός χρωματισμός στους σανούς υποδηλώνει υπερβολική ξήρανση ή πολύ καθυστερημένο θερισμό .
• Ενσίρωμα κίτρινου ή ξεθωριασμένου πράσινου χρωματισμού υποδηλώνει ανώμαλη διαδικασία ζύμωσης
• Χρωματισμός σκούρου καφέ προς το μαύρο αποτελεί ένδειξη κακής ζύμωσης (υπερθέρμανσης) στα ενσιρώματα και υπερβολικής υγρασίας στους σανούς.
Είτε ικανοποιεί είτε όχι ο χρωματισμός η ματιά προχωράει σε βάθος και ερευνά :
• την ποσότητα των φύλλων
• και το μέγεθος ο μέγεθος και το πάχος των κορμών και των στελεχών.
• Πυκνό και πράσινο φύλλωμα , με λίγα ,λεπτά και εύκαμπτα κοτσάνια υποδηλώνουν πολύ καλή ποιότητα,
Την κακή ποιότητα του σανού ή του ενσιρώματος μαρτυρούν :
• Η ύπαρξη πολύ λίγων φύλλων ,
• Τα πολλά, χοντρά και δύσκαμπτα κοτσάνια ,
• Τα πολλά άνθη και καρποί
Η παρουσία τους αποτελεί αδιαμφισβήτητη απόδειξη ότι η κοπή έγινε πολύ αργά, γεγονός που φωνάζει από μόνο του για την κακή ποιότητα του σανού, η οποία χειροτερεύει ακόμα πιο πολύ όταν συνοδεύεται και από άσχημο χρωματισμό. Σε αυτή την περίπτωση έχουμε να κάνουμε με ποιότητα που δεν διαφέρει από εκείνη του άχυρου. Και όταν ταΐζουμε « άχυρο» για μηδική όχι μόνο έχουμε πετάξει τα χρήματα της αγοράς της στο βόθρο αλλά και ,το χειρότερο, η παραγωγή θα είναι δραματικά πολύ κάτω από την αναμενόμενη και επιθυμητή.. Από την συντριπτική πλειοψηφία των χοντροειδών όλα ανεξαιρέτως τα μηρυκαστικά αξιοποιούν τις πρωτεΐνες και τους υδατάνθρακες μέσω της ζύμωσης πέψιμων κυτταρινών..

Τελικά σε όλα τα παραπάνω καλείται και η όσφρηση να βάλει την υπογραφή της :
• Όταν οι σανοί έχουν μυρωδιά φρεσκοκουρεμένου γκαζόν , τότε ο παραγωγός έχει μπροστά του καλής ποιότητας προϊόν
• Δεν πρέπει όμως να έχουν μυρωδιά μούχλας, σαπίλας έχουν μυρωδιά μ
• Στα ενσιρώματα οι μυρωδιά ξυδιού, ταγισμένου βουτύρου. αιθανόλης είναι ενδεικτικά κακής ζύμωσης τόσο κατά τη διάρκεια της παρασκευής τους όσο και κατά την διάρκεια της συντήρησης ή κατά τους χειρισμούς αποκομιδής τους από τα σιλό
Η επιστράτευση όλων σχεδόν των αισθήσεων για τον ποιοτικό έλεγχο των χοντροειδών τροφών αποτελεί την πρώτη ενέργεια του κάθε παραγωγού προκειμένου να αποκτήσει μια πρώτη εικόνα για την ποιότητα των τροφών που καλείται να αγοράσει.. Τούτο όμως δεν αρκεί διότι η εικόνα που έχει σχηματίσει μόνο ενδείξεις για το καλό ή το κακό της ποιότητας ..
Πραγματικές αποδείξεις θα έχει μόνο με σοβαρή χημική ΧΗΜΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ τόσο κατά την διάρκεια της παραγωγής όσο και κατά τη αποθήκευση
Β.Γ , 4.7.2013
ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΑΚΡΙΒΗΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΘΡΕΠΤΙΚΩΝ ΣΥΣΤΑΤΙΚΩΝ
Όλες οι ζωοτροφές, χοντροειδείς και συμπυκνωμένες, μπορεί να αναλυθούν με δύο μεθόδους :
  Την χημική ,
  Την υπέρυθρη φασματοσκοπία ..
   Σε κάθε περίπτωση αναζητούνται οι ακριβείς τιμές των :
  •Ξηρά Ουσία (Ξ Ο) ,
  •Ολικές πρωτεΐνες (Ο Π)
  •Ολικές κυτταρίνες (ΟΚ) ή ινώδεις ουσίες(ΙΟ) , οι οποίες προσεγγίζονται πιο εξειδικευμένα   με την         αναζήτηση και καταμέτρηση των NDF και  ADF :  
  α. Οι  NDF, είναι ίνες ή ινώδεις ουσίες ανθεκτικές σε ουδέτερο αντιδραστήριο , οι οποίες αποτελούνται από: κυτταρίνες,  ημικυτταρίνες και ληγνίνη . Προέρχονται από το σύνολο των κυτταρικών τοιχωμάτων που περιέχει η κάθε τροφή και καθορίζουν αποφασιστικά την συνολική ποσότητα της χοντροειδούς τροφής που μπορεί να φάει το ζώο διότι:  Όσο  πιο μεγάλη είναι  η περιεκτικότητα μιας τροφής σε NDF τόσο λιγότερη τροφή θα φάει .        
 Οι δύο πρώτες (κυτταρίνες, ημικυτταρίνες)  ΜΠΟΡΟΎΝ να ζυμωθούν και να αφομοιωθούν σε ένα ορισμένο βαθμό ενώ η ληγνίνη παραμένει αναλλοίωτη.  Πάντως  τα επίπεδα  NDF δεν πρέπει να υπερβαίνουν το 60% διότι  η συνολική   Ξηρά Ουσία  που μπορεί να φάει το κάθε ζώο πέφτει στα χαμηλότερα δυνατά επίπεδα. 
  β. Οι  ADF, είναι  ίνες ή ινώδεις ουσίες ανθεκτικές σε όξινο αντιδραστήριο, στις  οποίες περιλαμβάνονται  οι κυτταρίνες και οι ληγνίνη που περιέχει η υπό εξέταση τροφή και αποτελούν   το τμήμα των ινωδών ουσιών  που πέπτεται ελάχιστα  ή  καθόλου. Χοντροειδείς  με ποσοστά  ADF μεγαλύτερα του 40% είναι τροφές πολύ κακής ποιότητας διότι μειώνεται η πεπτικότητα της . Όσο πιο ώριμη (γερασμένη) είναι η χοντροειδής τροφή κατά το στάδιο θερισμού της τόσο  περισσότερη  ADF περιέχει 
Εξ άλλου στα ενσιρώματα σε συνθήκες υψηλής θερμοκρασίας και οξυγόνου(αερόβια ζύμωση) οι ADF ενώνονται με το άζωτο των διασπασμένων πρωτεϊνών  σε ADIN (Acid  Detergent  Insoluble N)  καθιστώντας  ανενεργό όλο και μεγαλύτερο μέρος των πρωτεϊνούχων ουσιών , που τόσο ανάγκη έχουν τα ζώα. 
Ωστόσο ένα συγκεκριμένο ποσοστό ADF, NDF είναι άκρως απαραίτητο για τα ζώα διότι πέραν της επίδρασης τους στην ανάπτυξη της μικροβιακής χλωρίδας των προστόμαχων είναι αυτές που προκαλούν τις περισταλτικές κινήσεις του όλου  πεπτικού συστήματος.      
   Είναι ως εκ τούτου προφανές ότι η ακριβής γνώση και των δυο μορφών ινωδών ουσιών  αποτελεί ένα από τα ΒΑΣΙΚΟΤΕΡΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ για την σύνθεση των ολικών σιτηρεσίων..
  .Ενέργεια - Ολική Ενέργεια (ΟΕ), Μεταβολιστέα Ενέργεια(ΜΕ) κλπ  
  προέρχεται από τους υδατάνθρακες, τα λίπη και τις πρωτεΐνες. Η ακριβής ποσότητα της  υπολογίζεται εμμέσως με μαθηματικές εξισώσεις  στις οποίες χρησιμοποιούνται οι ήδη γνωστές τιμές της ADF και ΟΠ (CP)..
   •Μακροστοιχεία, μικροστοιχεία, βιταμίνες.. Συνήθως αποφεύγεται η ανάλυση
    Των τροφών για την περιεκτικότητα τους ως προς αυτές τις θρεπτικές ουσίες
    διότι είναι και χρονοβόρες και πολυδάπανες..
    Πάντως η περιεκτικότητα εξαρτάται από το είδος του φυτού, από το έδαφος και την λίπανση
   Το κόστος της ανάλυσης ποικίλλει από εργαστήριο σε εργαστήριο  χωρίς βεβαίως το υψηλότερο κόστος να συνεπάγεται και καλύτερη πιστότητα αποτελεσμάτων..
   Πάντως η χημική ανάλυση είναι πιο δαπανηρή και πιο βραδυκίνητη από την υπέρυθρη φασματοσκοπική ,  η οποία είναι πιο επιρρεπής σε εσφαλμένες εκτιμήσεις ιδίως των μετάλλων και βιταμινών . Πάντως τα κινητά φασματοσκόπια θα μπορούσαν να γίνουν πολύτιμα εργαλεία  για την άμεση εκτίμηση τον ζωοτροφών κατά την συγκομιδή στο χωράφι   αλλά και ανά πάσα στιγμή στο στάβλο την ώρα της παρασκευής του σιτηρεσίου..
  Με την ανάλυση των ζωοτροφών, μπορεί κανείς να αντιμετωπίσει   καλύτερα τις ανάγκες της μεγάλης κοιλίας και των ζώων στο σύνολό τους  ώστε να ελαχιστοποιηθούν τα προβλήματα υγείας και να μεγιστοποιηθεί η γαλακτοπαραγωγή
 ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΧΟΝΤΡΟΕΙΔΩΝ ΤΡΟΦΩΝ ΠΡΟ ΤΗΣ ΣΥΓΚΟΜΙΔΗΣ 
Μια τέτοια ανάλυση θα ΗΤΑΝ τα καλύτερο όπλο στα χέρια των παραγωγών προκειμένου να γνωρίζουν ευθύς εξ αρχής την ποιότητα των ενσιρώματων και σανών που πρόκειται να προμηθευτoούν ή οι ίδιοι να παρασκευάσουν.

Για να επιτευχθεί παρασκευή ενσιρώματος αρίστης ποιότητας θα πρέπει η προς ενσίρωση τροφή να θερίζεται τον σωστό χρόνο για την μεγιστοποίηση των θρεπτικών συστατικών και συνακόλουθα την επίτευξη της καλύτερης δυνατής ζύμωσης
Πρώτη και αναγκαία προϋπόθεση : Να είναι εκ των προτέρων γνωστή η χημική σύνθεση του προς ενσίρωση προϊόντος .
Πως όμως ΕΞΑΣΦΑΛΊΖΕΤΑΙ αυτό;

Με την λήψη δειγμάτων από τον αγρό τουλάχιστο 3 εβδομάδες προ της συγκομιδής.
Τα εν λόγω δείγματα αναλύονται για :
• Ξ.Ουσία .
• Ενέργεια,
• Αληθινή πρωτεΐνη
• Διαλυτά ζάχαρα
• %N από νιτρικά
• ADF
• NDF

Αυτή η ΠΡΟΩΡΗ ανάλυση θα βοηθήσει :
• Στον έλεγχο της πορείας ωρίμανσης των φυτών και την βελτιστοποίηση της θρεπτικής αξίας
• Στην βελτίωση των χειρισμών κοπής και ενσίρωσης διότι η γνώση της περιεκτικότητας των ζαχάρων και της υγρασίας θα καθορίσουν την διάρκεια της μάρανσης και τα απαραίτητα και επακριβή προσθετικά και όχι μόνο ένα κάποιο εμβολιαστή ώστε να επιτευχθεί η όσο το δυνατόν καλύτερη ζύμωση,
• Στον εντοπισμό και εξακρίβωση τυχόν μεγάλης περιεκτικότητας νιτρικών από λιπάσματα τα οποία είναι επιβλαβή για την ομαλή πορεία της ζύμωσης και περαιτέρω για την υγεία των ζώων.
• Την τελική αποτίμηση της θρεπτικής αξίας της τροφής, η οπαία είναι και ο μοναδικός παράγοντας που πρέπει να ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΖΕΙ την εμπορική αξία του προϊόντος.
• Βεβαίως η ΠΡΟΝΑΛΥΣΗ των ζωοτροφών στο χωράφι θα αποτελούσε ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο για κάθε παραγωγό για να ξέρει τι αγοράζει και να μη « ψωνίζει άχυρο» για μηδική, προπαντός δε να ξέρει ότι δεν ΤΑΪΖΕΙ άχυρα…

Όμως όταν μιλάει κανείς για ΠΡΟΑΝΑΛΥΣΗ μοιάζει και λίγο σαν εξωγήινος διότι προ-ανάλυση, ανάλυση, μετ-ανάλυση αποτελούν ψιλά γράμματα για τους Έλληνες κτηνοτρόφους.
Ψιλά γράμματα ή άλλα λόγια να αγαπιόμαστε …
Όσο όμως αναλύσεις παραμένουν στα ψιλά τόσο πιο ΧΟΝΤΡΑ και άλυτα θα παραμένουν τα διατροφικά προβλήματα των αιγπροβάτων,,
.9.ΠΟΙΕΣ .... ΧΟΝΤΡΟΕΙΔΕΙΣ;
Μεγάλη κυβέντα... κατ αρχή :   
Είναι καιρός να δούμε την χρήση των ενσιρώμάτων με καινούργια ματιά.
Το ενσίρωμα καλαμποκιού στη διατροφή των αιγοπροβάτων.

Για την συντριπτική πλειοψηφία των κτηνοτρόφων (της Ηπείρου τουλάχιστο) το ενσίρωμα καλαμποκιού θεωρείται « εξωτική τροφή», η οποία μόνο δεινά προκαλεί ! 
 Πρέπει να ιδρώσει κανείς για να πείσει κάποιους ελάχιστους κτηνοτρόφους να απεγκλωβιστούν από τις πατροπαράδοτες συνήθειες διατροφής κατά τις οποίες σχεδόν πάντοτε κάνουν κατάχρηση  στη χορήγηση δημητριακών καρπών ενώ αδιαφορούν καταστροφικά για την ποιότητα των χοντροειδών, τις οποίες χορηγούν απλώς για συμπλήρωμα, έτσι για χόρταση .
Αν όμως ψάξει κανείς σε βάθος για να αναζητήσει τους λόγους αυτής της δυσπιστίας θα διαπιστώσει ότι η φοβία «για τα δεινά» που μπορεί να προκαλέσει η χρήση των ενσιρωμάτων δεν είναι μόνο αποτέλεσμα άγνοιας ή ελλιπούς ενημέρωσης , πιο πολύ είναι καρπός μιας πολύ άσχημης εμπειρίας, που αποκτήθηκε κατά την δεκαετία του 1980. Τότε κάποιοι αρμόδιοι της πολιτείας παρακίνησαν κάποιους ανήσυχους παραγωγούς να προβούν στην παραγωγή ενσιρωμάτων με μέσα πρωτόγονα και τεχνογνωσία ανύπαρκτη  και επιπλέον να τα χρησιμοποιήσουν  κατά «το δοκούν και όπως λάχει». Οι επιπτώσεις ήταν καταστροφικές τόσο στη υγεία όσο και στις αποδόσεις των ζώων. ‘Έκτοτε, οι όσοι από εκείνους τους παθόντες επιζούν ακόμ, μόλις ακούσουν τη λέξη ενσίρωμα « το βάζουν στα πόδια » και τρέχουν ασταμάτητα.
Παρόλα αυτά, τα τελευταία χρόνια άρχισαν να διακινούνται και εδώ- στη περιοχή της Ηπείρου- ενσακισμένα κυρίως ενσιρώματα προερχόμενα από διάφορα σημεία της χώρας ,
 τα οποία διατίθενται στους παραγωγούς χωρίς κανένα μπούσουλα με συνέπεια να προσφέρονται στα πρόβατα σαν είδος σαλάτας και σε ποσότητες μισού έως ενάμιση κιλού το πολύ. Ωστόσο παρά το μικρό της ποσότητας και τις κάποιες δυσμενείς επιπτώσεις που μπορεί να έχει η πλημμελής ενσάκιση και η μακροχρόνια διατήρηση του ενσιρώματος σε σάκούς, σχεδόν όλοι οι παραγωγοί δηλώνουν ικανοποιημένοι από τα διατροφικά αποτελέσματα χωρίς βεβαίως να έχει αποτιμηθεί το όφελος αυτής της ικανοποίησης.
Υπήρξαν βεβαίως και συνεχίζουν να υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες διάφοροι παραγωγοί έφτιαξαν και φτιάχνουν τα δικά τους ενσιρώματα με αποτελέσματα αμφίσημα που συνοδεύονται με μια κοινή παραδοχή: 
 Παρά τις προσπάθειες μου , στάθηκε αδύνατο να φάνε τα πρόβατα μου περισσότερο από 1-1,5 κιλό ενσίρωμα καλαμποκιού την ημέρα». !
Σε αυτή την περίπτωση , που είναι κανόνας για την περιοχή μας, είναι πάρα πολύ δύσκολο να ανατρέψει κανείς τις βιωμένες εμπειρίες όσα επιχειρήματα και αν επιστρατεύσει , εκτός και αν  τους αποδείξει στη πράξη ότι ευθύνεται η ΚΑΚΗ ποιότητα του ενσιρώματος και ο πλημμελής τρόπος συντήρησης του στον σιλό κατά την καθημερινή αποκομιδή της αναγκαίας δια την διατροφή των ζώων ποσότητα και όχι το ενσίρωμα από την φύση του.
 Η  χημική ανάλυση, όσο τραγικά και αν είναι τα αποτελέσματα της, δεν είναι ικανή να  πείσει τους  εδώ παραγωγούς μας διότι δεν πείθονται με «λόγια»ή γραπτά κείμενα.
Μόνο η επί τόπου χορήγηση ενσιρώματος αρίστης ποιότητας είναι αυτή που θα αλλάξει την γνώμη τους..  Μια μπάλα καλής ποιότητας  ενσιρώματος είναι αρκετή να κάνει το θαύμα της πείθοντας και τους πιο δύσπιστους  ότι τα πρόβατα τρώνε και 2  και 3 και  4 κιλά  την ημέρα..
 Στη φωτογραφία που ακολουθεί βλέπει κανείς την τραγική πραγματικότητα που επικρατεί στα σιλό των ενσιρωμάτων ! Μετά την λήψη της αναγκαίας  ποσότητας για την καθημερινή διατροφή των ζώων  όλοι σχεδόν οι παραγωγοί ρίχνουν… μαύρη μέτρα πίσω ! Αδιαφορούν , ούτε καν νοιάζονται για τις αλλοιώσεις που προκαλούνται μέσα σε ελάχιστες ώρες  όταν τα ενσιρώματα παραμένουν εκτιθεμένα  κατά αυτόν τον τρόπο στις ατμοσφαιρικές συνθήκες..
 Τι ενσίρωμα θα πάρουν τις επόμενες μέρες αφού ο αέρας εισχωρεί  σε βάθος 50-70 εκατοστά με  συνέπεια η οξείδωση και ο «βρασμός»  να  πάρουν τεράστιες διαστάσεις καθιστώντας όλη την ποσότητα άχρηστη και επικίνδυνη;
 Αυτά τα επικίνδυνα ενσιρώματα αποτελούν το κανόνα σε όλες τις εκμεταλλεύσεις . Πρόκειται για τα ενσιρώματα, τα οποία  αρνούνται να φάνε τα ζώα σε ποσότητες πάνω του ενός κιλού !
                    

 

 



Στην επόμενη φωτογραφία το ενσίρωμα μηδικής κόβεται κάθετα και σε βάθος ανάλογο με την ποσότητα που χρειάζεται και αφού απομακρυνθεί από το έδαφος η ποσότητα που αποκολλήθηκε , σκεπάζεται όλο το στόμιο με το νάυλο που είναι ξαπλωμένο στο έδαφος. .Εδώ οι αλλοιώσεις είναι πολύ μικρότερες διότι ο αέρας δεν μπορεί προχωρήσει σε βάθος μεγαλύτερο των 25 εκατοστών

                           

 

Διαφορετικό και πολύ ασφαλή τρόπο διαχείρισης παρέχει η ενσίρωσης σε μπάλες:

                     


Εδώ η κοπή γίνεται κάθετα και ο χειρισμός της είναι ευκολότερος .. Η μπάλα όμως πρέπει να καταναλωθεί
σε δύο-τρεις μέρες .
Και για τις μικρές μονάδες που πρέπει να καταναλώσουν τη μπάλα σε πολύ περισσότερες μέρες υπάρχει λύση. Με το άνοιγμα της μπάλας μπορεί να ενσακιστεί όλο το περιεχόμενο σε
αεροστεγείς πλαστικούς σάκους( (απλή συμπίεση του περιεχομένου με το γόνατο και σφικτό δέσιμο) . Η διατήρηση του ενσιρώματος μέσα στους σάκους είναι εξασφαλισμένη για ένα τουλάχιστο μήνα. Βεβαίως κάτι παρόμοιο μπορούσαν να κάνουν κα οι ιδιοκτήτες των παραπάνω εγκαταλειμμένων σιλό όταν φυσικά ταΐζουν με το χέρι και όχι « μηχανοποιημένα». Δηλαδή κάθε δεκαπενθήμερο να ενσικίζουν τις ανάγκες για το επόμενο
κόβοντας το ενσίρωμα κάθετα προς τον επιμήκη άξονα, σαν φέτα καρπούζι και μετά την λήψη της αναγκαίας ποσότητας να καλύπτεται το άνοιγμα όσο το δυνατόν πιο αεροστεγώς..
Με αυτό τον τρόπο θα ανοίγεται το σιλό μια φορά το δεκαπενθήμερο και δεν θα είναι εκτιθεμένο το ενσίρωμα στον αέρα συνεχώς( ο γράφων έχει υποδείξει αυτόν τον τρόπο χειρισμού των ενσιρωμάτων σε συγκεκριμένους παραγωγούς με πάρα θετικότητα αποτελέσματα..

Και για να μη μεμψιμοιρούμε συνεχώς , πρέπει να επισημανθεί ότι σε ορισμένες περιοχές της Βόρειας Ελλάδας και Θεσσαλίας, στις οργανωμένες ιδίως προβατοτροφικές μονάδες, η χρήση των ενσιρωμάτων τόσο του καλαμποκιού όσον και των λοιπών χορτοδοτικών καλλιεργειών έχει γενικευθεί εις τρόπο ώστε να αποτελούν το κύριο κορμό των ολικών σιτηρεσίων με θαυμάσια αποτελέσματα .
Αυτό δεν προέκυψε σαν μάνα από τον ουρανό, που το άρπαξαν οι προβατρόφοι με την πρώτη ευκαιρία. Είχε προηγηθεί η γενίκευση της χρήσης τους στις αγελάδες της Μακεδονίας ύστερα από επίμονη ζωοτεχνική παρακίνηση και καθοδήγηση πολλών ετών, γεγονός που έχει προϊδεάσει θετικά και τους εκεί προβατοτρόφους.

Είναι λοιπόν προφανές ότι επήλθε το πλήρωμα του χρόνου για την μεγάλη μάζα των προβατοτρόφων που βασίζουν την παραγωγή στη γαλακτοπαραγωγή και όχι στις όποιες «εξισωτικές ενισχύσεις» να δουν την «υπόθεση ενσίρωμα» με καινούργια ματιά αν θέλουν
δουν «καλύτερες ημέρες» λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη ότι : Χωρίς τα ενσιρώματα δεν θα είχε επιβιώσει ούτε ένας από τους Έλληνες αγελαδοτρόφους.

10.ΤΟ ΕΝΣΙΡΩΜΑ ΚΑΛΑΜΠΟΚΙΟΥ.... ΠΟΛΥΤΙΜΟ ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΟ ΕΡΓΑΛΕΙΟ… ΑΛΛΑ … ΚΑΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ ΜΕΡΙΚΕΣ ΦΟΡΕΣ ! Η συμμετοχή του ενσιρώματος καλαμποκιού στο ολικό σιτηρέσιο μπορεί να ποικίλλει εις τρόπο ώστε να καλύπτει τις ανάγκες σε πέψιμες φυτικές ίνες(dNDF) σε ποσοστά 30 έως 60 %, λαμβάνοντας πάντοτε υπό όψη ότι διακυμάνσεις στην πεπτικότητα των ινών επιφέρουν αυτομάτως μείωση ή αύξηση των ολικών χοντροειδών που μπορεί να φάει το κάθε ζώο. Όσο πιο μεγάλη η πεπτικότητα μιας χοντροειδούς τόσο πιο μεγάλη η ποσότητα που μπορεί να φάει το ζώο και κατά συνέπεια πιο πολύ η ενέργεια που αποδεσμεύεται.Τούτο σημαίνει ότι : Η περιεκτικότητα των χοντροειδών σε dNDF έχει μεγάλο αντίκτυπο στην ενεργειακή αξία του σιτηρεσίου διόστο βαθμό που αυξάνει η περιεκτικότητα της τροφής σε dNDF, αυξάνει αντίστοιχα και η ενέργεια της τροφής. Αύξηση της ενέργειας συνεπάγεται αύξηση της γαλακτοπαραγωγής. Δεν ξεχνάμε βεβαίως ότι το ενσίρωμα καλαμποκιού προσφέρει ακόμα μεγαλύτερες ποσότητες ενέργειες στα ζώα μέσω του αμύλου που περιέχει ο καρπός(σπυρί) που κάθε φορά έχει το ενσίρωμα.. Κι όσο πιο πολύς είναι καρπός τόσο που πλούσιο σε ενέργεια είναι το ενσίρωμα.. Πρέπει όμως να γίνει κατανοητό ότι: η αυξημένη ενέργεια που προσφέρουν οι πεπτές ίνες ( dNDF) έχει διπλή προέλευση: •Την αυξημένη αποδοτικότητα του κάθε γραμμαρίου NDF λόγω της μεγαλύτερης πεπτικότητας του γραμμαρίου •την περισσότερη ενέργεια που αποδίδουν τα πολύ περισσότερα γραμμάρια dNDF που η μεγάλη πεπτικότητα της επιτρέπει να φάει το ζώο. Οπότε, Οι περισσότερες οι πέψιμες φυτικές ίνες αποδίδουν περισσότερα πέψιμα γραμμάρια, Τα περισσότερα πέψιμα γραμμάρια αποδίδουν περισσότερη ενέργεια .. Περισσότερη ενέργεια έχει σαν τελικό αποτέλεσμα περισσότερη γαλακτοπαραγωγή Kαι επιπλέον: Όσο περισσότερες οι πέψιμες ίνες(dNDF) τόσο περισσότερα τα λιπαρά του γάλακτος. Χαμηλή πεπτικότητα σε φυτικές ίνες συνεπάγεται μειωμένη κατανάλωση και συνακόλουθα λιγότερη ενέργεια την ημέρα, άρα,λιγότερη παραγωγή και πτώση των λιπαρών του γάλακτος. Όμως για να παραχθεί ενσίρωμα με την μεγαλύτερη δυνατή πεπτικότητα σε DNF απαιτείται : •Επιλογή σπόρου υβριδίων καλαμποκιού εξειδικευμένων για παραγωγή ενσιρωμάτων, που παράγουν φυτά με πλούσιο φύλλωμα και με τα υψηλότερα δυνατά ποσοστά καρπού-αμύλου κατά θερισμό.. •Η Κοπή του στελέχους των φυτών καλαμποκιού να γίνεται στο ψηλότερο δυνατό σημείο από την επιφάνεια του εδάφους, ώστε να μένει στο χωράφι το κομμάτι του στελέχους με τις πιο ΑΠΕΠΤΕΣ κυτταρίνες, γεγονός που συνεπάγεται λιγότερη σοδιά ανά στρέμμα ( 60-80 κιλά Ξ.Ο ) αλλά πολύ καλύτερη ποιότητα ενσιρώματος.Πρόκειται για μια απώλεια που αντισταθμίζεται από την καλή ποιότητα του ενσιρώματος. •Ο θερισμός-κοπή του καλαμποκιού: πρέπει να γίνεται την στιγμή που συμπίπτει η μεγαλύτερη απόδοση σε χορτομάζα με την μεγαλύτερη πεπτικότητα της διότι το στάδιο ανάπτυξης της κάθε καλλιέργειας επηρεάζει αποφασιστικά την πεπτικότητα της χοντροειδούς τροφής και συνακόλουθα την ποσότητα που μπορεί να φάει το κάθε ζώο. •Η περιεκτικότητα του ενσιρώματος σε καρπό να υπερβαίνει το 40% της ξηράς ουσίας. •Τα στελέχη- κοτσάνια του καλαμποκιού να έχουν υψηλότερη δυνατή πεπτικότητα διότι ο εκάστοτε συνδυασμός της περιεκτικότητας σε καρπό με την πεπτικότητα των κοτσανιών επιφέρει συχνές και μεγάλες διαφορές και διακυμάνσεις στα παραγόμενα ενσιρώματα και για αυτό η επιλογή του υβριδίου καλαμποκιού σε κάθε περιοχή πρέπει να στηρίζεται στην ποιότητα και την ποσότητα του ενσιρώματος που μπορεί να δώσει. Δύο παράγοντες, ένας χημικός και ένας φυσικός: η πεπτικότητα της NDF και ο τεμαχισμός των χοντροειδών, παίζουν αποφασιστικό ρόλο στην διατροφή των αιγοπροβάτων διότι : •Η μεν NDF είναι ουσιώδους σημασίας για την καλή λειτουργία της μικροχλωρίδας των προστομάχων, την υγεία των ζώων και την παραγωγή των λιπαρών του γάλακτος . Όσο πιο μεγάλη είναι η πεπτικότητα της (NDF) τόσο περισσότερη ενέργεια αποδεσμεύεται με άμεση συνέπεια την την συνεχή δημιουργία μικροβιακής πρωτεΐνης στη μεγάλη κοιλία. •Ο δε μικροτεμαχισμός των σανών και ενσιρωμάτων υποβοηθά τα μέγιστα τον μηρυκασμό των τροφών, αποτελεί το πρώτο και ουσιαστικό βήμα για την πιο γρήγορη και αποτελεσματική πέψη των φυτικών γεγονός που συμβάλλει στην περαιτέρω βελτίωση της πεπτικότητας, η οποία μπορεί να φθάσει και το 85% στα εξαιρετικής βεβαίως ποιότητας ενσιρώματα Το ενσίρωμα καλαμποκιού είναι εξαιρετική τροφή ζύμωσης, η οποία παρέχει μεγάλη ευελιξία στη σύνθεση των ολικών σιτηρεσίων των προβάτων ιδίως κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης και της γαλουχίας. Χρησιμοποιείται δε με μεγάλη επιτυχία εδώ και πολλές δεκαετίες σε πολλές χώρες για να καλύψει ΚΥΡΙΩΣ ένα μεγάλο μέρος των ενεργειακών αναγκών των ζώων αλλά και το 50% τουλάχιστο των καθημερινών απαιτήσεων των ζώων σε χοντροειδείς τροφές σε συνδυασμό με άλλου είδους χοντροειδείς.Βεβαίως δεν παραγνωρίζεται το γεγονός ότι πάρα πολλές έρευνες έχουν αποδείξει ότι τα ενσιρώματα καλαμποκιού μπορούν να καλύψουν σε ποσοστό 100% τις απαιτήσεις των ζώων σε φυτικές ίνες. Σιτηρέσια βασισμένα σε μικρά ή μεγάλα ποσοστά ενσιρωμάτων έχουν ανάγκη από τον εμπλουτισμό με ποσότητες πρωτεϊνούχων καρπών ( σόγια, ηλιάλευρο, βαμβακόπιτα, λούπινα ,κουκιά), με πρόμειγμα βιταμινών και μετάλλων ιδίως ασβεστίου για να καλυφθούν οι αυξημένες απαιτήσεις της υψηλής γαλακτοπαραγωγής.. Εδώ ακριβώς καλούνται οι «πρωτεϊνούχες» χοντροειδείς – αρίστης ποιότητας ενσιρώματα και σανοί – να καλύψουν ένα μεγάλο ποσοστό των πρωτεϊνώ Αυτή την ανάγκη καλούνται να καλύψουν οι χοντροειδείς ( σανοί – ενσιρώματα ) που παράγονται από τις καλλιέργειες της μηδικής, του λόλιου, του βίκου- κτηνοτροφικών κουκιών- βρώμης και λοιπών ψυχανθών . Αναντίρητα, τα υψηλά επίπεδα συμμετοχής των ενσιρωμάτων καλαμποκιού στα ολικά σιτηρέσια αποτελούν πολύ σοβαρό, πολύτιμο και οικονομικό εφόδιο στα χέρια του παραγωγού. Όμως πρόκειται για ένα αρκετά επικίνδυνο εργαλείο στα χέρια των ανειδίκευτων χειριστών διότι μπορεί να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα στην υγεία και την παραγωγικότητα των ζώων με αποτελέσματα πολύ δυσμενή και αντίθετα των επιδιωκόμενων.. Οι παρακάτω κυρίως παράγοντες καθιστούν δύσκολο τον χειρισμό: •Η ανεπαρκής ζύμωση κατά την έναρξη χρήσης του ενσιρώματτος •Η χορήγηση μουχλιασμένου, χαλασμένου , δύσοσμου, όξινου, «βρασμένου» ενσιρώματος •Η αιφνίδιες αυξομειώσεις της χορηγούμενης ποσότητας •Η χορήγηση μεγαλύτερης ποσότητας από αυτή που μπορεί να καταναλωθεί σε κάθε γεύμα με αποτέλεσμα το περίσσευμα να εκτίθεται στον αέρα για πολλές ώρες και να υφίσταται ανεπιθύμητες αλλοιώσεις. •Ο πολύ κακός χειρισμός συντήρησης και προστασίας του αποθηκεμένου ενσιρώματος κατά την διαδικασία αποκομιδής της αναγκαίας ποσότητας για την καθημερινή διατροφή. Αυτοί οι παράγοντες πέραν του ότι επηρεάζουν δυσμενώς τις αποδόσεις των ζώων ενέχουν και τον μεγάλο κίνδυνο να εμφανίζονται πολλά μη θεραπεύσιμα κρούσματα λιστερίωσης..

11.10.2013
Β.Γ